Ο ΣΕΙΡΙΟΣ

Ανυπόμονη  προσμονή φωτός, ξύπνησε πριν την αυγή.

Σαν να αντίκριζε παραμεθόριο φάρο, λυτρώθηκε από τα συντρίμμια των λυγμών της.

Τα κύματα ξέβραζαν τα χαμόγελα στα βράχια της ψυχής της.

Ακλόνητα, ανήμπορα καταπατήθηκαν από τους εισβολείς του ονείδους.

Λύγισε το κεφάλι. Κατέκλισε το κορμί της στα δροσερά βότσαλα.

Απόγνωση, λαχταρούσε να γεμίσει τα ασπρόμαυρο κενό της με το μαύρο τριγύρω της.

Αντίκρισε τον Σείριο στον ουρανό. 

Διέκρινε μέσα στον αχανή αιθέρα τη λαμπρότητά του.

Είχε στην αγκαλιά του την ιδεατή ΖΩΗ της. 

Της ζέσταινε με θαλπωρή τα παγωμένα όνειρα της. 

Της χάιδευε τα μαλλιά.

Δεν τους τρόμαξε.

Σεβάστηκε το φως του μαύρου ουρανού που πλημμύριζε τις καρδιές και των δυο τους. ΄

Σάστισε. 

Τους κοιτούσε για ώρες.

 Απομάκρυνε τα μάτια της μόνο όταν ο ήλιος εκφύλισε την αγνή αγάπη τους, το πρωί.

Έμειναν υγρά, άυπνα για ώρες, γεμάτα από το φως του σκοτεινού έρωτα στον ουρανό.

Η ΖΩΗ της γέμισε από την ΙΔΕΑΤΗ ΖΩΗ της.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ